Διαβάζεται σε 3′
Λουίζ Μισέλ
Η Κόκκινη Παρθένα της Μονμάρτης
Κόρη υπηρέτριας και γιου αριστοκράτη, ανατράφηκε με φιλελεύθερες αρχές, αγάπησε τη διδασκαλία αλλά συμμετείχε στην Παρισινή Κομμούνα. Η συγκλονιστική απολογία της στο στρατοδικείο, η εξορία της στη Νέα Καληδονία, η διδασκαλία στους Κανάκ και η υπεράσπιση του παραλίγο δολοφόνου της.
Η Λουίζ Μισέλ, γνωστή και ως η ‘Κόκκινη Παρθένα της Μονμάρτης’, γεννήθηκε το 1830, στον πύργο Βρονκούρ της Άνω Μάρνης της βορειανατολικής Γαλλίας, οικία των ευγενών Ντεμάϊ. Ήταν κόρη του γόνου της οικογένειας Τσαρλς και της υπηρέτριας Μαριάν Μισέλ.
η φιλελεύθερη ανατροφή της και η αγάπη της για τη διδασκαλία
Ο Τσαρλς αρνήθηκε να αναλάβει τις πατρικές του ευθύνες και εγκατέλειψε τη Μαριάν, όμως οι φιλελεύθεροι – αν και αριστοκράτες – γονείς του (ο πατέρας του Τσαρλς είχε περάσει κι από τους Γιακωβίνους) ανέλαβαν την ανατροφή της Λουίζ.
Η παιδεία που της προσφέρθηκε περιελάμβανε τους εγκυκλοπαιδιστές, τον Ρουσώ και τον Βολταίρο, ταυτόχρονα η ζωή της στην ύπαιθρο την έφερε σε επαφή με την εξαθλίωση των φτωχών αγροτών. Σύμφωνα με αναμνήσεις της ίδιας: «Με παρακινούσαν περίεργα όνειρα, έψαχνα μπερδεμένα τον τόπο, όπως η βελόνα της πυξίδας ψάχνει για το βορρά σε μια άγρια καταιγίδα. Ο βορράς μου, όταν τελικά η πυξίδα μου έδειξε, ήταν η επανάσταση»
Μετά τον θάνατο των ευγενών παππούδων της, πήρε την απόφαση να γίνει δασκάλα, φοιτώντας σε ειδικό σχολείο στο Chaumunt. Αποφοίτησε το 1952 και με την συνοδεία της μητέρας, την οποία υπεραγαπούσε, μετακόμισε στο Audeloncourt ξεκίνησε να διδάσκει. Η διδασκαλία της συμπεριελάμβανε την εκμάθηση της ‘Μασαλιώτιδας’ και μη προγραμματισμένες εκδρομές στη φύση, ως εκ τούτου την έφεραν σε σύγκρουση με πολλούς γονείς αλλά και τους επιθεωρητές της εκπαίδευσης, που την κατηγορούσαν ως ‘κόκκινη’.

Ο πύργος Βρονκούρ της Άνω Μάρνης, όπου γεννήθηκε και μεγάλωσε η Λουίζ Μισέλ
Αναγκάστηκε να εγκαταλείψει το Audeloncourt και μεταφέρθηκε στη Millers, διδάσκοντας σε σχολείο θηλέων, μαζί με τη στενή της φίλη Julie Longchamps. Εν τούτοις, δε στέριωσε ούτε εκεί και ακολουθώντας τη φωνή της καρδιάς της, αναζήτησε την τύχη της στο Παρίσι. Συνεταιρίστηκε με την Vollier στο ιδιωτικό σχολείο της στη Μονμάρτη και παρακολούθησε μαθήματα παιδαγωγικής, μαθηματικών, ζωολογίας και φυτολογίας στο κέντρο εκπαίδευσης της οδού Hautefeuille.
Στο Παρίσι των κινημάτων
Έγραφε άρθρα και τα δημοσίευε με τα αντρικά ψευδώνυμα ‘Λουί Μισέλ’ και ‘Ενζωλράς’ (δανεισμένο από το όνομα του φοιτητή στο μυθιστόρημα ‘Οι Άθλιοι’ του Ουγκώ. Παράλληλα, ο επαναστατικός αναβρασμός της γαλλικής πρωτεύουσας της εποχής του Ναπολέοντα Γ’ τη συνεπήρε, έπαιρνε τακτικά μέρος σε συγκεντρώσεις διαμαρτυρίας. Όπως περιέγραφε η ίδια εκείνα τα χρόνια: «Οι επαναστατικές συγκεντρώσεις μας έγιναν πιο πολυάριθμες και πολλές από αυτές διεξάγονταν ακόμα και με το φως της μέρας… Για πέντε χρόνια, από το 1865 μέχρι και το 1870, είχαμε πιστέψει ότι ήταν επικείμενο το τέλος της αυτοκρατορίας.»
Η Λουίζ Μισέλ πήρε μέρος στις μεγάλες κινητοποιήσεις του 1870. Τον Γενάρη, η κηδεία του δολοφονημένου δημοσιογράφου Β. Νουάρ μετατράπηκε σε διαδήλωση δεκάδων χιλιάδων, αντίστοιχη ήταν η εικόνα της συγκέντρωσης διαμαρτυρίας για την συνέχιση της κράτησης των μπλανκιστών (ενός ιδιαιτέρου πολιτικού ρεύματος που πίστευε στην ένοπλη κατάληψη της εξουσίας από ολιγομελείς ομάδες) Εντ και Μπριντώ. Ο γαλλοπρωσικός πόλεμος εξελισσόταν ταπεινωτικά για τη Γαλλία, ο στρατός του Μπίσμαρκ προέλαυνε σε όλα τα μέτωπα και απειλούσε το ίδιο το Παρίσι.
Η εξέγερση της 4ης Σεπτέμβρη του 1870, που γκρέμισε από το θρόνο του το Ναπολέοντα Γ’, ήδη αιχμάλωτο των Γερμανών στο Σεντάν μαζί με 100.000 στρατιώτες και κήρυξε τη Δημοκρατία, τη βρήκε στο δρόμο αλλά μια επόμενη διαδήλωση υπέρ της υπεράσπισης του Στρασβούργου από τα γερμανικά στρατεύματα, την οδήγησε για πρώτη φορά στο κελί. Οι κάτοικοι του Παρισιού θεωρούσαν δικαιολογημένα ότι είχαν προδοθεί από την ηγεσία τους και πως είχε συμφωνηθεί μυστικά η παράδοση της πρωτεύουσας στους Πρώσους με σκοπό την ανάδειξη νέου μοναρχικού καθεστώτος. Αποφάσισαν να υπερασπιστούν οι ίδιοι την πόλη τους και το δημοκρατικό καθεστώς.
η ιέρεια της Κομμούνας – η σύλληψη και η απολογία της στο στρατοδικείο
Τον Οκτώβρη του 1870 φυλακίστηκε για 2η φορά και με την στήριξη του Ζωρζ Κλεμανσώ, τότε δημάρχου της Μονμάρτης και μετέπειτα πρωθυπουργού, κατάφερε να αποφυλακιστεί και να διατηρήσει εν λειτουργία το λαϊκό σχολείο που είχε ιδρύσει, με σκοπό την μόρφωση και τη σίτιση των πιο φτωχών παιδιών.

Στις 18 Μάρτη, κατά την κήρυξη της Παρισινής Κομμούνας, η Λουίζ Μισέλ αγωνίστηκε μέσα από τις γραμμές του 61ου τάγματος. Πιστός σύντροφός της, στη μάχη και στις επαναστατικές διαδικασίες, ο αγαπημένος της και ηγετικό στέλεχος των επαναστατημένων Κομμουνάρων, Τεό Φερρέ. «Το Παρίσι ανέπνεε! Τα θέλαμε όλα ταυτόχρονα: Τέχνες, επιστήμες, λογοτεχνία, ανακαλύψεις. Η ζωή μας ήταν σαν πυρκαγιά, ανυπομονούσαμε να δραπετεύσουμε από τον παλιό κόσμο», θα έγραφε αργότερα στις αναμνήσεις της.
Ήταν από τις πιο δραστήριες και εμπνευστικές παρουσίες της Κομμούνας. Πρωτοπόρος του φεμινιστικού κινήματος, συμμετείχε στις ‘Επιτροπές Επαγρύπνησης’ της Μονμάρτης και στην ‘Ομάδα για τα Δικαιώματα των Γυναικών᾿. Πότε με το όπλο στο χέρι, πότε προπαγανδίζοντας τις επαναστατικές ιδέες και τραγουδώντας τη ‘Μασσαλιώτιδα’, ήταν ακούραστη και με το πάθος της συνέπαιρνε τους γύρω της. Προσφερόταν πρώτη σε παράτολμες και επικίνδυνες αποστολές, που όλοι οι υπόλοιποι δίσταζαν. Όπως αναφέρει ο Λισαγκαρέ στην ‘Ιστορία της Παρισινής Κομμούνας του 1871’, σε μια συνέλευση Πολιτών, αυτοπροτάθηκε να βγει μόνη από τα οδοφράγματα και να δολοφονήσει τον ηγέτη της αντίπαλης κυβέρνησης των Βερσαλλιών, Θιέρσο!
Στον ματωμένο Μάη του 1871, στη διάρκεια του οποίου δεκάδες χιλιάδες στρατιώτες που είχαν αφεθεί ελεύθεροι από τη γερμανική αιχμαλωσία για το σκοπό αυτό, εισέβαλλαν στο Παρίσι προκαλώντας τη σφαγή περισσότερων από 40.000 ανδρών, γυναικών και παιδιών, η Λουίζ Μισέλ πολέμησε επικεφαλής ενός τάγματος γυναικών. Κατάφερε να διαφύγει αλλά οι δυνάμεις του Θιέρσου συνέλαβαν τη μητέρα της και απείλησαν να τη σκοτώσουν, ώστε να αναγκάσουν τη Λουίζ να παραδοθεί. Καταδικάστηκε σε θάνατο από το 6ο Πολεμικό Στρατοδικείο. Στην απολογία της, δε ζήτησε οίκτο αλλά έναν υπερήφανο θάνατο: «Εάν με αφήσετε ζωντανή, δεν θα πάψω να φωνάζω για εκδίκηση. Τελείωσα, μπορείτε να με σκοτώσετε».

Η Μισέλ πολεμούσε σα λιοντάρι ως επικεφαλής ενός τάγματος γυναικών. Κατάφερε να διαφύγει όταν η Κομμούνα διαλύθηκε, αλλά οι δυνάμεις του Θιέρσου συνέλαβαν τη μητέρα της και απείλησαν να τη σκοτώσουν, ώστε να αναγκάσουν τη Λουίζ να παραδοθεί.
η εκτέλεση του αγαπημένου της, Τεό Φερρέ
Το νέο καθεστώς μετέτρεψε την θανατική ποινή σε ισόβια εξορία σε σωφρονιστική αποικία, μια συνηθισμένη τακτική της γαλλικής δικαιοσύνης απέναντι σε ανθρώπους που ήθελε να ξεφορτωθεί αλλά φοβόταν τις αντιδράσεις από την εκτέλεσή τους. Πληροφορούμενη τη θανατική καταδίκη του αγαπημένου της Φερρέ, τον αποχαιρέτησε με το ποίημα ‘Κόκκινο Γαρύφαλλο’:
Αν είναι να βαδίσουμε, αδέλφια, στο μαύρο κοιμητήρι
πετάξτε στην αδελφή σας, τελευταία ελπίδα,
ένα κόκκινο γαρίφαλο ανθισμένο.
Σαν ξυπνούσανε τα πλήθη,
τις μέρες τις στερνές της Αυτοκρατορίας,
ήταν το δικό σας το χαμόγελο, αδέλφια, κόκκινο γαρίφαλο
που μας έλεγε ότι όλα γεννιούνται απ’ την αρχή.
Επέστρεψε στην Άνω Μάρνη κοντά 20 χρόνια μετά τη φυγή της, αλλά αυτή τη φορά ως έγκλειστη στη φυλακή ‘Auberive’ όπου παρέμεινε για δύο χρόνια, προτού επιβιβαστεί στο πλοίο ‘Virginie’ που θα τη μετέφερε στη Νουμέα, πρωτεύουσα της Νέας Καληδονίας. Σύμφωνα με τον Γερμανό ιστορικό, Μαξ Νετλάου, στις ατελείωτες συζητήσεις εν πλω με τον δημοσιογράφο Ανρί Ροσφόρ και την αναρχική μαχήτρια Ναταλί Λεμέλ, ενστερνίστηκε την αναρχική ιδεολογία.
εξόριστη στη μέση του Ειρηνικού
Οι εξόριστοι στη Νέα Καληδονία ζούσαν σε εξαιρετικά δύσκολες συνθήκες, αναγκασμένοι να επινοούν τρόπους για να επιβιώσουν και να υπερνικήσουν τις δυσκολίες της ανεύρεσης φαγητού, της έλλειψης στέγης και φυσικά, την απομόνωση από τον παλιό κόσμο. Σύμφωνα με την ίδια: «Όλες μας οι λειτουργίες ήταν πρωτόγονες, όπως στη λίθινη εποχή. Έπρεπε να φτιάξουμε τα εργαλεία μας, αυτοσχεδιάζοντας όσο καλύτερα μπορούσαμε».

Η Λουίζ Μισέλ όμως, σε αντίθεση με τους περισσότερους εξόριστους, ενδιαφέρθηκε για την τοπική κοινωνία των ιθαγενών Κανάκ. Αναμείχθηκε στην καθημερινότητά τους, στις συνήθειές τους και στην εξέγερσή τους κατά της γαλλικής αποικιοκρατίας, το 1878. Μάλιστα, όταν το 1879 δόθηκε η δυνατότητα στους εξόριστους να ασκήσουν το επάγγελμά τους, η Μισέλ ίδρυσε στη Νουμέα δύο σχολεία, ένα για τα παιδιά των εξόριστων και ένα για τους Κανάκ.
επιστρέφει στην πατρίδα αλλά φυλακίζεται ξανά
Αρνούμενη την επιλεκτική, όπως τη χαρακτήρισε, αμνήστευση των γυναικών, από το γαλλικό κράτος, επέστρεψε τελικά στο Παρίσι στις 9 Νοέμβρη του 1880, μετά τη γενική αμνηστία. Πήρε μέρος στη συγκρότηση της αναρχικής ‘Μαύρης Διεθνούς’.
Όμως νέα φυλάκιση περίμενε την 53χρονη πλέον Λούιζ Μισέλ, μετά την συμμετοχή της σε διαδήλωση ανέργων που λεηλάτησαν μαζικά φούρνους. Ήταν η αφορμή που έψαχνε για να γράψει τα απομνημονεύματά της. Αφέθηκε ελεύθερη μετά από τρία χρόνια αλλά φυλακίστηκε ξανά για άλλους τέσσερις μήνες, λόγω της στήριξής της στους ανθρακωρύχους της πόλης Αβεϋρόν.
στην υπεράσπιση του παρ’ ολίγον δολοφόνου της
Το 1888, ο Βρετόνος βασιλόφρονας Πιέρ Λούκας, προχώρησε σε δολοφονική απόπειρα εναντίον της, πυροβολώντας την από πίσω και τραυματίζοντάς την στο πρόσωπο. Η Λουίζ Μισέλ υπερασπίστηκε τον επίδοξο δολοφόνο της στο δικαστήριο, με το επιχείρημα ότι παρασύρθηκε από μια άθλια κοινωνία!

Η Λουίζ Μισέλ σε μεγάλη ηλικία
Πέθανε τον Γενάρη του 1905, κατά τη διάρκεια περιοδείας της σε Αλγερία και Νότια Γαλλία, στο ξενοδοχείο Oasis της Μασσαλίας. Οι 100.000 που συμμετείχαν στην κηδεία της στο Παρίσι, απήγγειλαν το ποίημα που είχε γράψει για αυτήν ο Βίκτορ Ουγκώ, ‘Viro Major’ (‘Ανώτερη από άνδρα/άνθρωπο’) μετά τη θρυλική απολογία της στο στρατοδικείο που ακολούθησε την Κομμούνα:
[….]
Κι όσοι σαν εμέ σ’ έχουν για αδύναμη
καμωμένη δίχως ηρωισμούς και αρετή
ξέρουν ότι στην ερώτηση: «Από πού έρχεσαι;»
θ’ απαντούσες: «Έρχομαι απ’ το φεγγάρι του πόνου».
Αυτοί που ξέρουν τους γλυκούς και μυστηριακούς σου στίχους,
τις μέρες και τις νύχτες σου, φροντίδες και δάκρυα δοσμένα σε όλους,
την αυταπάρνησή σου να προστατέψεις τους άλλους
[….]
παρά τη θανατερή κι ορθή φωνή σου να σε κατηγορεί
μέσα απ’ τη Μέδουσα έβλεπαν έναν άγγελο να λάμπει…



