Διαβάζεται σε 4′

Ματίας Ζίντελαρ

Η ιστορία της εργατικής Πρωτομαγιάς

«Θα έρθει μια μέρα που η σιωπή μας θα είναι πιο δυνατή από τις φωνές που πνίγετε σήμερα»

«Εδώ θα ποδοπατήσετε μια σπίθα, αλλά εκεί κι εκεί, πίσω σας και μπροστά σας, παντού φλόγες ξεφυτρώνουν. Είναι μια υπόγεια φωτιά, δεν μπορείτε να τη σβήσετε…» – απολογία Όγκαστ Σπαίς

Για τους νεκρούς της Πρωτομαγιάς στο Σικάγο

Πηγή φωτό: leftvoice.org

Κατά τη διάρκεια της Επίχρυσης Εποχής – Gilded Age στις ΗΠΑ (1870-1900), η οικονομική ανάπτυξη για την αμερικανική ελίτ ήταν ραγδαία.

Ολιγάρχες σαν τους Τομ Σκοτ, πρόεδρο της Pensylvania Railroad, Τζον Ροκφέλερ (ιδρυτή της ομώνυμης τράπεζας) και Άντριου Κάρνεγκι, γνωστό και ως “Αυτοκράτορα του χάλυβα”, αποτελούσαν την προσωποποίηση του πετυχημένου επιχειρηματία που γιγαντώθηκε στη διάρκεια της κρίσης.

Η συνεχής εκβιομηχάνιση αύξανε με γεωμετρική πρόοδο τον αριθμό του αμερικάνικου βιομηχανικού προλεταριάτου. Έτσι, οι ‘ΙΠΠΟΤΕΣ της ΕΡΓΑΣΙΑΣ’, η κυρίαρχη συνδικαλιστική οργάνωση της περιόδου, εκτοξεύτηκε από τα 28.000 μέλη το 1880 σε 700.000 το 1886.

Όμως τα δύο πέμπτα των εργαζομένων δούλευαν όχι περισσότερο από 6-7 μήνες το χρόνο, τη στιγμή που οι άνεργοι είχαν φτάσει τα 3 εκατομμύρια. Οι μισθοί είχαν μειωθεί πάνω από 45% και για όσους “τυχερούς” υπήρχε δουλειά, ο μέσος όρος ωρών εργασίας ήταν 14-16 ώρες, χωρίς ρεπό και αργίες.

Έτσι, η απόφαση για πανεθνική απεργία την 1η Μάη του 1886 με σκοπό την κατάκτηση του 8ωρου,  πάρθηκε με ενθουσιασμό στο συνέδριο της συνδικαλιστικής συνομοσπονδίας που έμελλε να ονομαστεί American Federation of Labour (AFL).

Το βιομηχανικό Σικάγο, ο Άλμπερτ Πάρσονς και ο Όγκαστ Σπάϊς 

Ο Άλμπερτ Πάρσονς μεγάλωσε με τη θεία Έστερ, μια μαύρη σκλάβα που ανέλαβε την ευθύνη του όταν έμεινε ορφανός.

Στη μεγάλη απεργία των σιδηροδρομικών του 1877 συνελήφθη, μετά τις διαβεβαιώσεις του τοπικού τύπου ότι επρόκειτο για τον αρχηγό της αμερικανικής Κομμούνας.

Ο Όγκαστ Σπάϊς, γερμανικής καταγωγής, μετανάστευσε στις ΗΠΑ το 1872. Το 1880 ξεκίνησε να εργάζεται ως αρχισυντάκτης του περιοδικού ‘Arbeiter Zeitung’ και μαζί με τον Πάρσονς ίδρυσαν την Ένωση για το οχτάωρο του Σικάγου.

Η μητρόπολη του Βορρά αποτελούσε μεγάλο βιομηχανικό κέντρο και ταυτόχρονα προπύργιο των συνδικαλισμένων εργατών.

Για τους νεκρούς της πρωτομαγιάς στο Σικάγο

Άλμπερτ Πάρσονς. Πηγή φωτό: peoplesworld.org

Οι Πάρσονς, Σπάϊς και άλλοι συνδικαλιστές ηγέτες προετοιμάζονταν πυρετωδώς για την απεργία της Πρωτομαγιάς, περιοδεύοντας σε συνελεύσεις  στα μεγάλα εργοστάσια και μιλώντας για την ανάγκη θέσπισης του 8ωρου.                 

                                         Η ειρηνική Πρωτομαγιά 

Το Σάββατο της 1ης Μάη, σύμφωνα με τη Chicago Mail «γύρω στους 340.000 εργάτες διαδήλωναν σε όλη τη χώρα, ενώ στο Σικάγο απεργούσαν 80.000». Όταν σουρούπωνε και οι ομιλίες των Πάρσονς και Σπάϊς είχαν ολοκληρωθεί, το πλήθος διαλύθηκε ειρηνικά.

Στο κλειστό λόγω απεργίας όμως, εργοστάσιο θεριστικών μηχανών Μακ Κόρμικ, η αστυνομία είχε φροντίσει να βάλει κρυφά 300 απεργοσπάστες. Οι απεργοί με τις οικογένειές τους περιφρουρούσαν το χώρο, περιμένοντας τους απεργοσπάστες την ώρα που αυτό έκλεινε.

Τότε τα όπλα των αντρών της αστυνομίας στράφηκαν εναντίον των απεργών και άρχισαν να ρίχνουν στο ψαχνό, με αποτέλεσμα τον θάνατο 4 εργατών και 2 μικρών παιδιών.

Για τους νεκρούς της Πρωτομαγιάς στο Σικάγο

Πρόσκληση για εκδήλωση οικονομικής ενίσχυσης του ‘Τάγματος των Ιπποτών της Εργασίας’ στο Οχάϊο. Πηγή φωτό: Η ΑΛΛΗ ΑΜΕΡΙΚΗ – χρυσές σελίδες του αμερικανικού κινήματος από τον 19ο ως τον 21ο αιώνα, Γιώργος Κασαμπαλάκος, εκδ. Περίπλους, σ.31

Σε έκτακτη συνδικαλιστική σύσκεψη αποφασίστηκε να πραγματοποιηθεί συγκέντρωση διαμαρτυρίας στις 4 Μάη στην πλατεία Χεϊμάρκετ.

Το αιματοκύλισμα της 4ης Μάη

Την Τρίτη 4 Μάη στις 10 μμ, ο Πάρσονς ολοκλήρωσε την ομιλία του σε πλήθος περίπου 5.000 εργατών. Τον διαδέχτηκε ο Σαμ Φίλντεν, όταν ξαφνικά ακούστηκαν φωνές «Προσοχή! Η αστυνομία!»

Οι 180 πάνοπλοι αστυνομικοί που βρίσκονταν στο τμήμα της οδού Ντεπλέν, με επικεφαλής τον διάσημο για τη βαναυσότητά του Αστυνόμο Τζον Μπόνφιλντ “Γκλόμπερ”, εμφανίστηκαν στο τέρμα του δρόμου.

Την ομίχλη έκοψε στα δύο μια κόκκινη λάμψη, ενώ ακολούθησε μια τεράστια έκρηξη. Κάποιος είχε ρίξει μια βόμβα προς τη μεριά των αστυνομικών (όπως αποδείχτηκε αργότερα, επρόκειτο για προβοκάτσια). Ακολούθησε πανικός.

Η αστυνομία πυροβολούσε πλέον προς όλες τις κατευθύνσεις, το πλήθος έτρεχε να σωθεί ενώ δεκάδες πεσμένοι ποδοπατούνταν.

Μανιασμένοι οι αστυνομικοί κλοτσούσαν, χτυπούσαν και σκότωναν τα πάντα στο διάβα τους.

Ο επίσημος τελικός απολογισμός των νεκρών που δόθηκε από τις αρχές, ήταν 8 αστυνομικοί και 4 διαδηλωτές, όμως ο πραγματικός αριθμός των νεκρών εργατών, αν συνυπολογιστούν οι βαριά τραυματίες που κατέληξαν τις επόμενες μέρες, σίγουρα ξεπερνά τους 30.

Τις επόμενες μέρες μετά τα τραγικά γεγονότα της πλατείας Χεϊμάρκετ, όλοι σχεδόν οι συνδικαλιστές ηγέτες των εργαζομένων στο Σικάγο συνελήφθησαν εκτός από τον Πάρσονς, που κατόρθωσε να διαφύγει στο Ουισκόνσιν.

Όταν όμως έμαθε πως είχαν συλληφθεί όλοι οι σύντροφοί του, αποφάσισε να επιστρέψει και να παραδοθεί, αν και ήξερε πως η παράδοση ισοδυναμούσε με αυτοκτονία.

                                   Η στημένη δίκη και η εκτέλεση  

Στη δικαστική αίθουσα, αστυνομικοί και πληρωμένοι μάρτυρες, δήλωναν στις καταθέσεις τους ότι οι κατηγορούμενοι σχεδίαζαν να ανατρέψουν βίαια τη νόμιμη κυβέρνηση των Ηνωμένων Πολιτειών και ότι η βόμβα στην πλατεία Χεϊμάρκετ δεν ήταν παρά το πρώτο χτύπημα μιας γενικότερης επίθεσης. 

Στη συγκλονιστική απολογία του, ο Σπάϊς δήλωσε απευθυνόμενος στον δικαστή Γκάρι και τους ενόρκους: «Εδώ θα ποδοπατήσετε μια σπίθα, αλλά εκεί κι εκεί, πίσω σας και μπροστά σας, παντού φλόγες ξεφυτρώνουν. Είναι μια υπόγεια φωτιά, δεν μπορείτε να τη σβήσετε…»

Για τους νεκρούς της Πρωτομαγιάς στο Σικάγο

Τζον Μπόνφιλντ, διευθυντής του αστυνμικού τμήματος της οδού Ντεπλέν, ο επονομαζόμενος “Γκλόμπερ”

Στις 9 Οκτώβρη του 1886, ανακοινώθηκε η καταδικαστική, όπως αναμενόταν, απόφαση: Όλοι οι κατηγορούμενοι θα θανατώνονταν δια απαγχονισμού, πλην του Σβαμπ που θα φυλακιζόταν για 15 χρόνια.

Το πρωί της 11ης Νοέμβρη του 1889, οι Σπάϊς, Φίσερ, Ένγκελ και Πάρσονς οδηγήθηκαν στην αγχόνη. Όταν η θηλιά τυλίχτηκε γύρω από το λαιμό του Όγκαστ Σπάϊς, πρόλαβε μόνο να πει «Θα έρθει μια μέρα που η σιωπή μας θα είναι πιο δυνατή από τις φωνές που πνίγετε σήμερα»…