Διαβάζεται σε 4′
Ολοκαύτωμα του Χορτιάτη
το ελληνικό Άουσβιτς
η σφαγή 149 κατοίκων από Γερμανούς και δωσιλόγους, οι φρικαλεότητες και ο μοιραίος φούρνος του Γκουραμάνη

Μαθητές του δημοτικού σχολείου Χορτιάτη, μπροστά στο καμμένο κτίριο, αμέσως μετά την απελευθέρωση. Πηγή Thessaloniki Arts and Culture
της Σοφίας Σεπετζή
Στις 2 Σεπτεμβρίου 1944, ένα συνηθισμένο Σάββατο ξημέρωσε για τον Χορτιάτη. Οι κάτοικοί του ξύπνησαν νωρίς, ξεκινώντας τις αγροτικές δουλειές τους. Τίποτα δεν προμήνυε την καταστροφή που έμελλε να ακολουθήσει, αν και οι γερμανικές δυνάμεις είχαν τελευταία σκληρύνει τη στάση τους.
Μετά τις επιθέσεις του Τάγματος του Χορτιάτη του ΕΛΑΣ κατά ναζιστικών στόχων στη διάρκεια του καλοκαιριού, το Ασβεστοχώρι (26 Ιούλη) και η Νέα Ευκαρπία (31 Ιούλη), είχαν ήδη υποστεί δεκάδες εκτελέσεις.
το επεισόδιο με τους αντάρτες
Στις 8πμ., ένα φορτηγάκι της υπηρεσίας ύδρευσης Θεσσαλονίκης ξεκίνησε από την πόλη. Συνοδευόταν από ένα στρατιωτικό όχημα της γερμανικής φρουράς, στο οποίο επέβαιναν ένας χημικός, ένας αξιωματικός και ένας υπαξιωματικός. Προορισμός τους, οι πηγές της Αγίας Παρασκευής στο Χορτιάτη, που θα απολυμαίνονταν με χλώριο.
Μια ομάδα ανταρτών από το λόχο του καπετάν Φλουριά (Αντώνη Καζάκου) υπό τον Βάιο Ρικούδη, έχοντας ειδοποιηθεί για την γερμανική κινητικότητα, κατέβηκε από το βουνό και κρύφτηκε στην περιοχή Καμάρα, στο ρωμαϊκό υδραγωγείο, με σκοπό να αιφνιδιάσει τον εχθρό.
Κατά τις 8:30π.μ. τα οχήματα πλησίασαν στο σημείο της ενέδρας των ανταρτών, στον δημόσιο δρόμο του Χορτιάτη.
Από τα πυκνά πυρά, σκοτώθηκαν ο ένας υπαλλήλος του δήμου (Σιδερίδης) και ένας γερμανός λοχίας από σφαίρα στο κεφάλι, την ώρα που ο χημικός – οδηγός του στρατιωτικού οχήματος κατάφερε να διαφύγει στο γερμανικό στρατόπεδο στο Ασβεστοχώρι.
Στη συνέχεια η αντάρτικη ομάδα αποσύρθηκε στην περιοχή Λιβάδι, όπου βρίσκονταν οι συμπολεμιστές τους.

Τα απομεινάρια του Φούρνου Γκουραμάνη, του τόπου μαρτυρίου που κάηκαν ζωντανοί οι περισσότεροι κάτοικοι του Χορτιάτη. Πηγή DW
ο φόβος των αντιποίνων
Οι κάτοικοι του Χορτιάτη αναστατώθηκαν από τη βροντή των πυροβολισμών και κυριάρχησε ο φόβος των αντιποίνων, με αποτέλεσμα οι περισσότεροι να φύγουν προς το βουνό για να κρυφτούν.
Ωστόσο δεκάδες άλλοι, κυρίως γυναικόπαιδα και ηλικιωμένοι, επέλεξαν να μείνουν, ανάμεσά τους και ο πρόεδρος της κοινότητας, Χρήστος Μπατάτσιος.
Φαντάστηκαν πως μετά από τις εξηγήσεις που δίνονταν στους Γερμανούς, δεν θα υπήρχαν επιπτώσεις για το χωριό, λόγω και της τακτικής (υποχρεωτικής) προμήθειας που παρείχαν στους ναζί με φρούτα, κρέας και καυσόξυλα.
Λίγο μετά το μεσημέρι, μια γερμανική φάλαγγα αποτελούμενη από 32 οχήματα, τα οποία μετέφεραν Γερμανούς στρατιώτες από τη Θεσσαλονίκη αλλά και ταγματασφαλίτες, ξεκίνησε την ανάβαση προς τον Χορτιάτη.
Επικεφαλής των Γερμανών και των δωσιλόγων, ο γνωστός για τον σαδισμό του και τις μαζικές εκτελέσεις που είχε διατάξει σε πολλές περιοχές και ειδικότερα στην Κρήτη, λοχίας Φριτς Σούμπερτ.
Μόλις η φάλαγγα έφθασε στην πλατεία του χωριού του Χορτιάτη, οι ένοπλοι χωρίστηκαν σε δύο ομάδες, ξεχύθηκαν στους δρόμους και άρχισαν να επιδίδονται σε βανδαλισμούς.
Αφού πρώτα πλιατσικολόγησαν και φόρτωσαν τα φορτηγά τους, συγκέντρωσαν σέρνοντας κυριολεκτικά τους κατοίκους στο εξοχικό κέντρο ‘Κήπος’ του Χρ. Μπατάτσιου, στο κεντρικότερο σημείο του χωριού. Ταυτόχρονα, έβαλαν φωτιά παντού.
ο φούρνος του Γκουραμάνη, τόπος μαρτυρίου
Τη φρίκη συμπλήρωναν οι ταγματασφαλίτες, που τριγύριζαν στο δάσος παριστάνοντας τους αντάρτες και καλούσαν τους κρυμμένους να βγουν από τις κρυψώνες τους, δίνοντας τους διαβεβαιώσεις για την ασφάλειά τους. Φυσικά, όσοι αποκαλύπτονταν, είτε πυροβολούνταν επιτόπου είτε οδηγούνταν μαζί με τους υπόλοιπους.

Πηγή ERTNEWS
Τραγική φιγούρα του Ολοκαυτώματος, ο πρόεδρος Χρήστος Μπατάτσιος, που πλησίασε τον Σούμπερτ τείνοντάς του το χέρι για να τον χαιρετήσει αλλά εκείνος απάντησε μαχαιρώνοντάς τον και προκαλώντας του λιποθυμία λόγω αιμορραγίας.
Ο Μπατάτσιος μαζί με την οικογένειά του και όλους τους συγκεντρωμένους στην πλατεία, κάηκαν ζωντανοί στο φούρνο του Γκουραμάνη. Μαρτυρίες ανέφεραν πως την ώρα που οδηγούνταν στο φούρνο, κάποιος άντρας του Σούμπερτ έπαιζε έναν χαρούμενο σκοπό στο βιολί.
Οι Γερμανοί είχαν στήσει ένα πολυβόλο σε ένα μικρό άνοιγμα του φούρνου, από όπου σκότωναν τους χωρικούς με ριπές. Ελάχιστοι που κατάφεραν να ξεφύγουν φωτιά, μαχαιρώθηκαν από τους ναζί και τους ταγματασφαλίτες.
Όταν οι σωροί των νεκρών σωμάτων δεν επέτρεπαν να σκοτωθούν άλλοι, οι ναζί και οι δωσίλογοι βοηθοί τους έριξαν εμπρηστική σκόνη και άχυρα, προκαλώντας παρανάλωμα. Η φωτιά ήταν ορατή από δεκάδες χιλιόμετρα μακριά.
Τραγική φιγούρα της ημέρας και ο μακεδονομάχος ιερέας, Δημήτρης Τομαράς, που εξαναγκάστηκε να παρακολουθήσει το βασανισμό και την ατίμωση των δύο θυγατέρων του, λίγο πριν το δικό του τέλος.
βιασμοί, βασανισμοί και διαμελισμοί νηπίων
Σκηνές απόλυτης κτηνωδίας εκτυλίχθηκαν σε ολόκληρο το χωριό: Ανήμποροι ηλικιωμένοι πυροβολήθηκαν εν ψυχρώ, νήπια αρπάχτηκαν από τις αγκαλιές των μητέρων τους και διαμελίστηκαν αφού χτυπήθηκαν με δύναμη σε τοίχους ή συνθλίφτηκαν από τις γερμανικές μπότες.
Όλες οι γυναίκες βιάστηκαν επανειλημμένα, ενώ τους έκοβαν τα δάχτυλα με μαχαίρια για να τους αρπάξουν δαχτυλίδια.
Μια γυναίκα δεμένη σε ένα δέντρο, αναγκάστηκε να παρακολουθήσει τον διαδοχικό βιασμό και εν συνεχεία τη δολοφονία (με το μαρτυρικό «παλούκωμα») της νεαρής κόρης της, πριν βρει κι αυτή τραγικό θάνατο.
Μια μητέρα κρυμμένη στο βουνό, για να μην ακουστεί το κλάμα του βρέφους που είχε στην αγκαλιά της και προδώσει την κρυψώνα τους, αναγκάστηκε να κλείσει με το χέρι της το στόμα του, έως ότου άθελά της το πνίξει.
Στο τέλος της μέρας, το χωριό Χορτιάτης είχε μετατραπεί σε Κόλαση: Παντού αποκαϊδια, πτώματα, αίμα και ανθρώπινα μέλη. Ο απολογισμός των γερμανικών αντιποίνων ήταν 149 κάτοικοι νεκροί, εκ των οποίων 109 γυναίκες και κορίτσια, ενώ κάηκαν ολοσχερώς 300 σπίτια.
Τρεις εβδομάδες αργότερα και λίγο πριν την οριστική αποχώρησή τους από την Ελλάδα, Γερμανοί και ταγματασφαλίτες επέστρεψαν στο Χορτιάτη, καίγοντας για δεύτερη φορά το χωριό, μαζί και το δημοτικό σχολείο. Οι κάτοικοι του χωριού που είχαν προλάβει να φύγουν και να γλιτώσουν, απέφυγαν έως την απελευθέρωση να επιστρέψουν στον τόπο τους.
Λίγες ημέρες μετά τα γεγονότα της 2ας Σεπτεμβρίου, συνελήφθη στην Καλαμαριά από αντάρτες ένας από τους πρωταγωνιστές του Ολοκαυτώματος, ο ταγματασφαλίτης Κυζερίδης και λιντσαρίστηκε.
“Άτυχος” υπήρξε και ο επικεφαλής της κτηνωδίας, Φριτς Σούμπερτ, ο οποίος επέστρεψε στην Ελλάδα με πλαστό διαβατήριο και ψεύτικο όνομα (Κωνσταντινίδης), προσποιούμενος τον μηχανικό. Αφού αναγνωρίστηκε και συνελήφθη στο αεροδρόμιο της Ελευσίνας, δικάστηκε από το Δικαστήριο Δοσίλογων Αθηνών.

Ο Φριτς Σούμπερτ γεννήθηκε το 1897. Η κτηνωδία που επέδειξε στη χώρα μας, κατά τη διάρκεια της κατοχής, ήταν συγκλονιστική. Ανάμεσα στα άλλα, διέταξε να βγάλουν τα μάτια βοσκού στον Ψηλορείτη, ενώ στρατολογούσε βαρυποινίτες ως κυνηγούς των ανταρτών, αφού πρώτα τους υποχρέωνε να πλυθούν στη θάλασσα και τους όρκιζε σε μια νεκροκεφαλή ζωγραφισμένη σε κράνος. Όταν συνελήφθη και καταδικάστηκε σε τουφεκισμό, Κρήτη και Μακεδονία έριζαν για τον τόπο εκτέλεσης της ποινής. Πηγή Αρχεία Ιστορίας (1940-1956)
Καταδικάστηκε 27 φορές εις θάνατο και τουφεκίστηκε στο Επταπύργιο Θεσσαλονίκης, στις 22 Οκτωβρίου 1947, μπροστά σε οργισμένους συγγενείς θυμάτων του.
Κρυφή συμφωνία Άγγλων – Γερμανών;
Το Ολοκαύτωμα ή η Σφαγή του Χορτιάτη παρέμεινε για πολλά χρόνια στη σκιά της επίσημης ελληνικής ιστοριογραφίας. Μάλιστα απουσίαζε όχι μόνο από τα γερμανικά αλλά και από τα αγγλικά αρχεία.
Η διαφορετική ιστορική μεταχείριση των τραγικών γεγονότων στο Χορτιάτη από άλλα αντίστοιχα, όπως το Μπλόκα της Νέας Ιωνίας και της Κοκκινιάς, προκαλεί εύλογη απορία.
Τη δική του εξήγηση δίνει ο πρώην αντάρτης και μετέπειτα εικαστικός, Γιώργος Φαρσακίδης, στο βιβλίο του ‘ΜΙΑ ΕΠΑΙΣΧΥΝΤΗ ΣΥΜΦΩΝΙΑ ΚΑΙ ΤΟ ΟΛΟΚΑΥΤΩΜΑ ΤΟΥ ΧΟΡΤΙΑΤΗ’:
«Το ολοκαύτωμα, σαν συμβάν, απουσιάζει παντελώς τόσο από τα, κατά τα άλλα σχολαστικά στην καταγραφή, γερμανικά, όσο και τα βρετανικά αρχεία. Κι αναρωτιέται κανείς, συγκαλύπτοντας άραγε ποιους μεγαλόσχημους συνεργούς εγκλημάτων πολέμου, ποιες πολιτικές ατιμίες και προδοσίες, έχει διαγραφεί αυτή η σελίδα; (…)
Τον Αύγουστο του 1944, κατά μαρτυρία ανώτατων Γερμανών αξιωματούχων, όπως του Γκέμπελς, (που μετείχε κι ο ίδιος) του Φον Όβεν, του Γιόντλ και του Σπέερ, κλείστηκε μεταξύ Βρετανών και Γερμανών μια μυστική “Συμφωνία Κυρίων” που προέβλεπε την ανενόχλητη, από τους Βρετανούς, αποχώρηση από την Ελλάδα των Γερμανικών στρατευμάτων.
Σε αντάλλαγμα οι Γερμανοί, με την βοήθεια των γερμανοεξοπλισμένων Ταγμάτων Ασφαλείας, εξουδετερώνοντας το Εαμικό Κίνημα, θα παραχωρούσαν τη Θεσσαλονίκη στους Άγγλους».



