Διαβάζεται σε 3′

Ματίας Ζίντελαρ

Ο Καζαντζίδης, η Αριστερά και η συνεργασία με τον Μίκη Θεοδωράκη

«λαϊκός τραγουδιστής είναι αυτός, που εκφράζει τα προβλήματα, τα παράπονα και τις αγωνίες του απλού κόσμου.»

η δολοφονία του πατέρα του από Χίτες, τα μεροκάματα στην οικοδομή και το εργοστάσιο, το “ξύλο” στο στρατό λόγω πολιτικων φρονημάτων και η συνεργασία με τον Θεοδωράκη στην ‘Πολιτεία Ά’ 

Οι συνθήκες ζωής στην Ελλάδα της δεκαετίας του 60 κάθε άλλο παρά εύκολες ήταν. Η οικονομική ανάπτυξη βασιζόταν κατά κύριο λόγο στις αμερικανικές επενδύσεις του σχεδίου Μάρσαλ.

ΚΑΖΑΝΤΖΙΔΗΣ ΑΡΙΣΤΕΡΑ ΚΑΙ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ

Στις 3 Απριλίου 1948, ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Χάρυ Τρούμαν υπέγραψε το οριστικό σχέδιο Μάρσαλ. Πρώτοι παραλήπτες της οικονομικής βοήθειας που παρείχαν οι Η.Π.Α., ήταν οι χώρες που κατά τη γνώμη των Αμερικανών κινδύνευαν άμεσα από την εξάπλωση του κομμουνισμού, δηλαδή η Ελλάδα και η Τουρκία.

Τα οφέλη του γέμιζαν σχεδόν αποκλειστικά τις τσέπες ολίγων και εκλεκτών βιομηχάνων και εφοπλιστών, σε πολλές περιπτώσεις γόνων οικογενειών δωσιλόγων, που απολάμβαναν προκλητικές φοροαπαλλαγές.

μεροκάματα πείνας, Βία και νοθεία, ξερονήσια

Μετά την πρώτη μετεμφυλιακή περίοδο, η ελληνική εργατική τάξη άρχιζε ξανά να αποκτά αυτοπεποίθηση, μέσα από τις εκλογικές επιτυχίες της ΕΔΑ και το δυνάμωμα των συνδικάτων.

Όμως η φτώχεια ήταν καθολική για τον κόσμο της δουλειάς, που δούλευε για ένα ξεροκόμματο, από την Ανατολή ως τη Δύση του ήλιου. Η μετανάστευση Ελλήνων στη Γερμανία, τις ΗΠΑ, την Αυστραλία ήταν μαζική, δεν υπήρχε σπίτι χωρίς να περιμένει γράμμα από κάποιον μετανάστη.

Το κράτος της δεξιάς και οι κυβερνήσεις του Κωνσταντίνου Καραμανλή, σε αρμονική συνύπαρξη με το παρακράτος, φρόντιζαν για τη διατήρηση της κοινωνικής τάξης με κάθε μέσο.

Οι εκλογές βίας και νοθείας του 1961 σηματοδότησαν την αποφασιστικότητα της άρχουσας τάξης να μην επιτρέψει με κανέναν τρόπο την επιστροφή της Αριστεράς στο προσκήνιο.

Και βέβαια, η Μακρόνησος ως τόπος εξορίας μπορεί να είχε κλείσει επισήμως από το 1958, όμως ο Άη Στράτης και η Γυάρος «κοσμούσαν» ακόμα τα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων παγκοσμίως, εξ’ αιτίας των άθλιων συνθηκών διαβίωσης και των βασανιστηρίων των χιλιάδων αριστερών που παρέμεναν εκεί εξόριστοι.

το λαϊκό τραγούδι συναντά τους ποιητές

Αυτή ήταν η ελληνική πραγματικότητα, όταν ο 36χρονος τότε Μίκης Θοδωράκης, ξεκίνησε να μελοποιεί ποιήματα του Τάσου Λειβαδίτη και του Δημήτρη Χριστοδούλου στο Παρίσι.

ΚΑΖΑΝΤΖΙΔΗΣ ΑΡΙΣΤΕΡΑ ΚΑΙ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ

Ο Στέλιος Καζαντζίδης με τον πατέρα του Χαράλαμπο. Πηγή stelioskazantzidis.blogspot.com

Στόχος του ήταν να ανανεώσει το λαϊκό τραγούδι, αφού αναγνώριζε την ταξική του απήχηση, εμπλουτίζοντάς το με στίχους μεγάλων ποιητών. Ο Θοδωράκης ήθελε να ηχογραφήσει λιτά αλλά πλούσια σε νοήματα τραγούδια, που θα πάντρευαν τη λαϊκή μουσική με τους αγώνες των εργατών και της νεολαίας της εποχής.

Αποφάσισε να προτείνει στον Γρηγόρη Μπιθικώτση να συνεργαστούν ξανά, μετά την τεράστια επιτυχία του ‘Επιτάφιου’, το 1959. Η μεγάλη έκπληξη όμως ήταν η συνεργασία του με το δίδυμο Καζαντζίδη – Μαρινέλας, το καλλιτεχνικό ζευγάρι που μονοπωλούσε τα γραμμόφωνα των λαϊκών και των προσφυγικών συνοικιών.

η ορφάνια και το “ξύλο” στο στρατό λόγω κοινωνικών φρονημάτων

Ο προσφυγικής καταγωγής Στέλιος Καζαντζίδης είχε μια ιδιαίτερη σχέση με την Αριστερά, τόσο μέσα από τη ζωή του όσο και μέσα από το έργο του. Ο πατέρας του, μέλος του ΕΑΜ (Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο) κατά τη διάρκεια της Κατοχής, δολοφονήθηκε από Χίτες μετά τον Εμφύλιο, αφήνοντάς τον ορφανό σε μικρή ηλικία.

ΚΑΖΑΝΤΖΙΔΗΣ ΑΡΙΣΤΕΡΑ ΚΑΙ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ

Ως φαντάρος, χτυπήθηκε βάναυσα εξαιτίας των πολιτικών του φρονημάτων από έναν αξιωματικό και σύμφωνα με τη νονά του, Μαρία Κιουρτσόγλου, αυτό του προκάλεσε μόνιμη βλάβη στα γεννητικά όργανα, στερώντας του την πατρότητα.

Αναγκάστηκε να δουλέψει σε διάφορες σκληρές χειρωνακτικές εργασίες, όπως οικοδόμος, ψαράς και εργάτης σε εργοστάσιο παραγωγής υφασμάτων. Ο Καζαντζίδης έγινε η φωνή των εργατών, των φτωχών και των καταπιεσμένων, ερμηνεύοντας τραγούδια που εξέφραζαν τον πόνο, την ξενιτιά και την κοινωνική αδικία.

Όπως έλεγε: «λαϊκός τραγουδιστής είναι αυτός, που εκφράζει τα προβλήματα, τα παράπονα και τις αγωνίες του απλού κόσμου.»

‘Πολιτεία Ά’, λαϊκό τραγούδι για την κοινωνική δικαιοσύνη

Έτσι, στα τέλη του 1961 κυκλοφόρησε ο δίσκος ‘Πολιτεία Α’, που αμέσως πέτυχε το στόχο του, φέρνοντας στα χείλη της εργατιάς τραγούδια που εξέφραζαν απόλυτα τα βάσανά της: τις απάνθρωπες συνθήκες εργασίας, τις διώξεις και την εξορία.

ΣΤΕΛΙΟΣ ΚΑΖΑΝΤΖΙΔΗΣ ΑΡΙΣΤΕΡΑ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ

Ο Καζαντζίδης έγινε η φωνή των εργατών, των φτωχών και των καταπιεσμένων, ερμηνεύοντας τραγούδια που εξέφραζαν τον πόνο, την ξενιτιά και την κοινωνική αδικία. Όπως έλεγε: «λαϊκός τραγουδιστής είναι αυτός, που εκφράζει τα προβλήματα, τα παράπονα και τις αγωνίες του απλού κόσμου.»

Η φωνή του 30χρονου Στέλιου Καζαντζίδη ήταν το ιδανικό όχημα για αυτό. Την επιτυχία του δίσκου σφράγισαν ο Μανώλης Χιώτης που έπαιξε μπουζούκι καθώς και ο Μποστ που σχεδίασε το εξώφυλλο.

Ενδεικτικά παραθέτουμε τους στίχους δύο εκ των αριστουργημάτων που ερμήνευσε ο Καζαντζίδης από την ‘Πολιτεία Α’:

Του Δημήτρη Χριστοδούλου στο τραγούδι ‘Βράχο βράχο’ που μιλά για τη νοσταλγία ενός εξόριστου σε κάποιο ξερονήσι καθώς και το εμβληματικό ‘Σαββατόβραδο’, σε στίχους Τάσου Λειβαδίτη, που αναφέρεται στις απάνθρωπες συνθήκες δουλειάς και την απόγνωση των εργατών της εποχής εκείνης, που δυστυχώς θυμίζει σε κάποιο βαθμό τις άθλιες συνθήκες διαβίωσης της μεταμνημονιακής Ελλάδας:

‘ΒΡΑΧΟ ΒΡΑΧΟ’

Είναι βαριά η μοναξιά
είναι πικρά τα βράχια
παράπονο η θάλασσα
και μου ‘πνιξε τα μάτια

Βράχο βράχο τον καημό μου
τον μετράω και πονώ
κι είναι το παράπονό μου
πότε μάνα θα σε δω

Πάρε με θάλασσα πικρή
πάρε με στα φτερά σου
πάρε με στο γαλάζιο σου
στη δροσερή καρδιά σου

Βράχο βράχο τον καημό μου
τον μετράω και πονώ
κι είναι το παράπονό μου
πότε μάνα θα σε δω

Πάρε με να μην ξαναδώ
τα βράχια και το χάρο
κάνε το κύμα όνειρο
και τη σιωπή σου φάρο

Βράχο βράχο τον καημό μου
τον μετράω και πονώ
κι είναι το παράπονό μου
πότε μάνα θα σε δω

Γίνε αστέρι κι ουρανός
γίνε καινούργιος δρόμος
να μην βαδίζω μοναχός
να μην πηγαίνω μόνος

Βράχο βράχο τον καημό μου
τον μετράω και πονώ
κι είναι το παράπονό μου
πότε μάνα θα σε δω

ΣΑΒΒΑΤΟΒΡΑΔΟ

Μοσχοβολούν οι γειτονιές
Βασιλικό κι ασβέστη
Παίζουν τον έρωτα κρυφά
Στις μάντρες τα παιδιά

Σαββάτο βράδυ μου έμορφο
Ίδιο χριστός ανέστη
Ένα τραγούδι του Τσιτσάνη
Κλαίει κάπου μακριά

Πάει κι απόψε τ’ όμορφο
Τ’ όμορφο τ’ απόβραδο
Από δευτέρα πάλι
Πίκρα και σκοτάδι
Αχ να ‘ταν η ζωή μας
Σαββατόβραδο
Κι ο χάρος να ‘ρχονταν
Μια Κυριακή το βράδυ

Οι άντρες σχολάν’ απ’ τη δουλειά
Και το βαρύ καημό τους
Να θάψουν κατεβαίνουνε
Στο υπόγειο καπηλειό

Και το φεγγάρι ντύνει λες
Με τ’ άσπρο νυφικό του
Τις κοπελιές που πλένονται
Στο φτωχοπλυσταριό

Πάει κι απόψε τ’ όμορφο
Τ’ όμορφο τ’ απόβραδο
Από δευτέρα πάλι
Πίκρα και σκοτάδι
Αχ να ‘ταν η ζωή μας
Σαββατόβραδο
Κι ο χάρος να ‘ρχονταν
Μια Κυριακή το βράδυ

 Ο Καζαντζίδης και ο Θοδωράκης συνεργάστηκαν ξανά στο ομώνυμο τραγούδι του δίσκου ‘Άπονες εξουσίες’ καθώς και στον δίσκο ‘Στην Ανατολή’, το 1974.